ΝΕΑ ΠΙΕΡΙΑΣ

Η Ηλεκτρονική εφημερίδα τού Ν. Πιερίας !!!


Αντώνης Καφετζόπουλος: «Ο κόσμος άλλαξε για πάντα»




Μαρία Μουρελάτου

Ο ηθοποιός μιλάει για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη στάση των ελλήνων καλλιτεχνών, το θεατρικό του όνειρο, την αγάπη του για το σινεμά, την εφηβεία στην Αθήνα των 60s

Οταν συναντηθήκαμε στο «ΦΙΤΑ», το εστιατόριο στον Νέο Κόσμο απέναντι από τις προσφυγικές κατοικίες, ήταν η 16η μέρα της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Τον υποδέχθηκα έχοντας στο μυαλό εικόνες ανακατεμένες από την ασχήμια και την ομορφιά του κόσμου: Από τη μία τη φρίκη του πολέμου με τα νεκρά παιδιά και από την άλλη τους ρόλους μέσα από τους οποίους μας συστήθηκε – τον Αγγελο από την «Αστροφεγγιά», τον Αντώνη από το «Μινόρε της Αυγής», τον Σταύρο από την «Ακαδημία Πλάτωνος». Το πρώτο τηλεφώνημα για τη συνέντευξη έγινε έξι μέρες πριν από την επίθεση του Πούτιν. Εξι μέρες μετά, τον άκουγα στη συγκέντρωση 

#ΜεΤηνΟυκρανία στο Σύνταγμα να λέει μεταξύ άλλων: «Δεν ξέρω πώς θα τελειώσει όλο αυτό. Ξέρω όμως ότι κανένας Πούτιν δεν θα ρίσκαρε τόσα πολλά αν δεν ένιωθε ότι αργά ή γρήγορα θα τα χάσει όλα». Αφήνοντας πίσω μας τα διαδικαστικά του γεύματος, με την παραγγελία να έχει δοθεί και ένα γυάλινο καραφάκι ρακή να βρίσκεται ήδη στο τραπέζι, του ζητώ να μου εξηγήσει τι εννοούσε με τα παραπάνω. «Αναρωτιόμουν και ακόμα αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που έκανε τον Πούτιν να ρισκάρει τόσα πολλά. Προφανώς υπάρχει κάτι που δεν ξέρουμε. 


Τώρα, το ότι τρελάθηκε και είναι ψυχοπαθής, δεν τα τρώω αυτά. Νομίζω ήξερε ότι θα μπλέξει άσχημα». Σχολιάζω πως από τη μέρα που πρωτομιλήσαμε, άλλαξαν πολλά. «Ο κόσμος άλλαξε για πάντα» μου απαντά. «Και να επιστρέψουν τα πράγματα σε μια προηγούμενη κατάσταση, δεν θα είναι αυτή που ξέραμε. Ακόμα και αν η Γερμανία δεν ξοδέψει 100 δισ. να αγοράσει τανκς, θα ξοδέψει 50. Είναι ένας άλλος κόσμος…».

Του ζητώ να μου σχολιάσει το σύνθημα «φονιάδες των λαών Αμερικάνοι» που ακούστηκε από αριστερές φοιτητικές οργανώσεις που επίσης διαδήλωναν το απόγευμα που βρέθηκε κι εκείνος στο Σύνταγμα. «Κοιτάξτε, υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Αυτοί που για ιδεολογικούς ή άλλους λόγους συντάσσονται με τη μία πλευρά έχοντας καλές προθέσεις.

 Και οι γνωστοί κυνικοί, οι οποίοι θεωρούν πως αυτό είναι άλλο ένα πεδίο στο οποίο μπορείς να κάνεις κριτική. Με αυτούς δεν θέλω πολλά-πολλά, τσαντίζομαι. Είναι ανήθικο να αναπαράγεις τη ρωσική προπαγάνδα επειδή θεωρείς ότι σε ωφελεί πολιτικά. Είναι το άκρον άωτον της ανηθικότητας. Ενα από τα προβλήματα που έχει η σύγχρονη δημοκρατία είναι ότι έχει ξεκόψει με την ηθική. Εχει βγει από τη συζήτηση ότι υπάρχουν και ζητήματα ηθικής τάξης. Στην αρχή του αιώνα, μπορούσε ο άλλος να σου πει «αυτό που κάνεις είναι ανήθικο» και αυτό ήταν πολιτικό επιχείρημα. Τώρα πια δεν είναι. Αν τολμήσεις να το πεις, σου λένε «γίνεσαι ηθικολόγος»».

Αναρωτιέμαι ποια είναι η γνώμη του για τον Ζελένσκι. «Κατ’ αρχάς, είδα λίγο αυτή τη σειρά. Καλός ήταν. Σαν συνάδελφος μιλάω τώρα. Από τις πράξεις του κρίνοντας, πρέπει να παραδεχτεί κανείς αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι, «αρχή άνδρα δείκνυσι», ότι την κρίσιμη ώρα και ευρισκόμενος στην Αρχή, έχει φερθεί αξιοπρεπώς. Δεν άρχισε, παρασυρμένος από το πάθος της στιγμής, να λέει διάφορα ρατσιστικά για τους Ρώσους. 

Μιλάει για το μέρος της Ρωσίας που επιτέθηκε στην Ουκρανία, και τα λέει καλά. Εχει δείξει μια γενναιότητα, η γενναιότητα είναι πολύ συγκινητικό πράγμα. Κινητοποιεί. Ο προκάτοχός του μόλις είδε τα σκούρα – μετά από μια γενναία λαϊκή εξέγερση – πήρε ένα ρωσικό ελικόπτερο και έφυγε. Ο Ζελένσκι έμεινε στο Κίεβο. Τώρα που μιλάμε το Κίεβο είναι περικυκλωμένο και περιμένει, ενώ όλα δείχνουν ότι το μέλλον του είναι δυσοίωνο. Και το έχει κάνει με αξιοπρέπεια. Για μένα μετράει πολύ αυτό».

Μιλάμε για καλλιτέχνες, όπως οι Pink Floyd, που έχουν πάρει θέση υπέρ των Ουκρανών, καταδικάζοντας τη ρωσική εισβολή, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τους εγχώριους, καθώς άλλοι σιωπούν και άλλοι συμφώνησαν να συμμετέχουν σε συναυλία εναντίον των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών… ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ – Ρωσίας. «Εγραψα για αυτό. Οι περισσότεροι από αυτούς τους καλλιτέχνες, οι οποίοι κατά καιρούς συμμετείχαν σε διάφορες δράσεις της Αριστεράς, είναι εξαιρετικά απολιτικοί. 

Η συμμετοχή των περισσοτέρων δεν ήταν απόλυτα συνειδητή. Εβλεπαν ότι οι γύρω τους, οι φανς τους, άνθρωποι με τους οποίους συναλλασσόντουσαν – γιατί ένα μέρος της δουλειάς του καλλιτέχνη είναι να συναλλάσσεται με διάφορα φεστιβάλ – έλεγαν κάτι και χωρίς πολύ μεγάλη σκέψη είχαν ταυτίσει τον εαυτό τους με αυτό το κάτι. Τώρα λοιπόν η σιωπή τους έχει δύο ερμηνείες. Η μία είναι ότι κάποιοι είναι πιο συνειδητοί και δυστυχώς έχουν ταχθεί με τον εισβολέα, ή τουλάχιστον δεν θα ήθελαν να είναι με τους Ουκρανούς και τον ουκρανικό λαό για διάφορους πολιτικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Αλλά η μεγάλη πλειοψηφία δεν ξέρει τι να σκεφτεί. Δεν τους παρεξηγώ γιατί ποτέ δεν ήταν βαθιά πολιτικά όντα».

 
Επαναστάτες που έγιναν «κυρ Παντελήδες»

Το τραπέζι μας, από τη στιγμή που καταφθάνει το πιάτο με τα καραβιδάκια, αποκτά άρωμα αιγαιοπελαγίτικο που συναγωνίζεται σε ένταση αυτό του πορτοκαλιού από την πράσινη σαλάτα με τους ξηρούς καρπούς. 

Ρίχνω στη συζήτηση τα περί πολιτικής ορθότητας, ρωτώντας τον αν βλέπει να έχουμε εισέλθει σε καθεστώς αυτολογοκρισίας. «Το αντίθετο. Δεν είναι κακό να προσέχουμε τι λέμε. Υπάρχουν άνθρωποι που πληγωνόντουσαν από πράγματα που λέγαμε ελαφρά τη καρδία. Μπορείς να πεις τα ίδια χωρίς να γίνεις προσβλητικός. 

Εμένα με ενοχλεί τα τελευταία χρόνια η κατηγορία «κυρ Παντελής» – δεν θυμάμαι να το έχει απευθύνει κανένας σε εμένα, αλλά αισθανόμουν ότι είναι θέμα χρόνου, κάποιος θα με πει «κυρ Παντελή» και θα τα πάρω άσχημα. Αυτή η δολοφονία χαρακτήρων τώρα κατέρρευσε με την έννοια ότι όσους κατηγορούσαμε για «κυρ Παντελήδες», είναι αυτοί που τώρα λένε «είμαι διατεθειμένος να κάνω θυσίες για να μην του περάσει του Πούτιν». Αποδεικνύεται ότι υπάρχει μια παράταξη «κυρ Παντελήδων» και μια παράταξη επαναστατών.

 Και διάφοροι αριστεροί επαναστάτες λένε συνέχεια «μα προκαλούμε τον Πούτιν και θα μας ρίξει καμιά βόμβα». Λένε «κυρ Παντελίδικα» πράγματα, ενώ επί χρόνια μας τα ζάλισαν λέγοντας όλους εμάς, που λέγαμε «παιδιά, λίγη κοινή λογική», κυρ Παντελήδες. Ε, αισθάνομαι μια δικαίωση».

Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια με τη ρακή και τον ρωτώ πώς κρίνει τη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. «Το ενδιαφέρον με τον Τσίπρα και την έλλειψη επικοινωνίας που έχει με τη βάση του κόμματός του είναι ότι η βάση αντιστέκεται πάρα πολύ στο να πει καθαρά αυτό που λέει ο Τσίπρας πολύ καθαρά. Οτι η ρωσική εισβολή είναι απαράδεκτη και πρέπει να σταματήσει. Δεν το λένε εύκολα οι άνθρωποι που είναι ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας το κάνει περιέργως. Δεν θεωρώ ότι το κάνει για λόγους αρχής, γιατί θεωρώ ότι ο Τσίπρας δεν έχει αρχές. Είναι ένας πολιτικός τυχοδιώκτης. Αυτό πίστευα πάντα, αυτό πιστεύω και τώρα».

Η ένταση της μουσικής ανεβαίνει, τα πιάτα στο τραπέζι αδειάζουν και ακολουθεί ακόμα ένα τσούγκρισμα με την αμοιβαία ευχή για ένα «καλό καλοκαίρι». Στο κεφάλι του ξέρω ότι κολυμπάει τον τελευταίο καιρό μια τεράστια λευκή φάλαινα, ο Μόμπι Ντικ. «Ετοιμάζω μια πρόταση προς το Εθνικό, με το οποίο δεν έχω συνεργαστεί ποτέ στη ζωή μου. Υπάρχει ένα έργο του Ορσον Γουέλς το οποίο λέγεται «Μόμπι Ντικ σε πρόβα». Είναι εξαιρετικό. Είναι όπως ο Ορσον Γουέλς, brilliant. Είναι ένας μεσοπρόθεσμος στόχος, δεν τολμώ να πω μακροπρόθεσμος γιατί είμαι και μεγάλος άνθρωπος. Δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει σε 10 χρόνια. Θα είμαι 80. Είναι για να γίνει μέσα στην επόμενη πενταετία» εξηγεί και συμφωνούμε ότι η πρώτη σελίδα του αριστουργήματος του Χέρμαν Μέλβιλ είναι η καλύτερη πρώτη σελίδα βιβλίου που έχουμε διαβάσει. «Call me Ishmael, wow» αναφωνεί.

Οι δύο επιπλέον καρέκλες στο τραπέζι κάθε τόσο γεμίζουν από επισκέπτες που φέρνει ο ίδιος νοερά στην παρέα, με ερέθισμα μια ερώτηση που του έκανα για τους πιο σημαντικούς ανθρώπους που έχει γνωρίσει. Ετσι, στις δυόμισι ώρες του γεύματος, από τη συντροφιά μας πέρασε ο Σταύρος Τσακυράκης, ο Χρήστος Βαχλιώτης, η Δόμνα Σαμίου, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Σοφοκλής Πέππας, ο Νίκος Χουλιαράς, ο Γιάννης Σμυρναίος, ο Λευτέρης Βογιατζής, η Ελλη Λαμπέτη. Και για όλους η περιγραφή του είχε την ίδια κατάληξη, «τι να σας λέω τώρα, είμαι πολύ τυχερός».
«Ο,τι ξέρω το έμαθα βλέποντας ταινίες»

Κάθε φορά που μου απευθύνεται στον πληθυντικό, το μυαλό μου γλιστράει στον Σωτήρη, τον ρόλο του στον «Αδικο Κόσμο» (που του χάρισε στο Διεθνές Φεστιβάλ Σαν Σεμπαστιάν το βραβείο Α’ ανδρικής ερμηνείας, διάκριση που είχε αποσπάσει και στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο για την «Ακαδημία Πλάτωνος», δύο ταινίες του Φίλιππου Τσίτου) που ακόμα και πεσμένος στο πεζοδρόμιο δεν έχανε την ευγένειά του, απευθυνόμενος στην επίσης πεσμένη δίπλα του Θεοδώρα Τζήμου. «Ευτυχώς δεν χτυπήσατε, χτυπήσατε» τη ρωτούσε, ενώ εκείνος είχε προκαλέσει την πτώση. «Ο,τι ξέρω το έμαθα βλέποντας ταινίες. Ηταν η μεγάλη μου αγάπη το σινεμά. Εβλεπα ταινίες κι έλεγα «αυτό θέλω να κάνω». Οχι να παίζω, να κάνω ταινίες, να σκηνοθετώ» λέει όταν υπογραμμίζω τον πρωτότυπο τρόπο παιξίματός του, τόσο στο δράμα όσο και στην κωμωδία. Οπως στον ρόλο του Ακάλυπτου, που είχε στοιχεία από Βέγγο, Μπενίνι, Γκράουτσο Μαρξ και τους μεγάλους δασκάλους, όπως έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος, τα καρτούν.

 Πώς βρέθηκε όμως από γιος της Λαμπέτη στη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» πρωταγωνιστής στην «Αστροφεγγιά»; «Τους ανθρώπους δεν τους ήξερα. Είδαν την παράσταση και απεφάσισαν να μου προτείνουν να παίξω τον κεντρικό ρόλο. Τότε είχα τη χειρότερη ιδέα για την τηλεόραση, τους είπα όχι. Γιατί έπρεπε να παρατήσω την άλλη μου δουλειά που μου άρεσε πολύ. Ηχολήπτης. Ηταν μια πολύ δύσκολη απόφαση. Αλλά επιμένανε και τελικά είπα ναι. Μόλις παίχτηκε το πρώτο επεισόδιο, ένας άνθρωπος που δεν γνώρισα ποτέ από κοντά, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε «μην ακούσεις τίποτα, κάνε αυτό που κάνεις». Ο Αλέκος Αλεξανδράκης. Εχω μιλήσει μαζί του μία φορά, αυτήν».

Σε έναν κινηματογράφο στη Στουρνάρη – εκεί που είναι τώρα το θέατρο Alhambra – παρακολουθώντας, δεκαεφτά ετών, την ταινία «The Magnificent Ambersons» του Ορσον Γουέλς, είδε πρώτη φορά καθαρά το μέλλον του. «Την είδα, την ξαναείδα, είπα «αυτό θέλω να γίνω. Πώς τον λένε αυτόν, Ορσον Γουέλς; Α, θέλω να γίνω σαν κι αυτόν»» αναφέρει για το ίνδαλμά του. Από το Ζωγράφειο και τη κοσμοπολίτικη ζωή στην Πόλη έφυγε το ’64. «Ενιωθα πολύ χαρούμενος που θα πήγαινα προς τη Δύση, προς το ροκ. Ηδη έβλεπα ταινίες που τραγουδούσαν οι Ανιμαλς, ο Τζέιμς Μπράουν, δεν ήθελα άλλη Ανατολή και υπανάπτυξη». Ως έφηβος, στην Αθήνα της δεκαετίας του ’60, δεν έπληττε ποτέ. «Κάναμε τα εξής τρία πράγματα. Περιμέναμε πώς και πώς να γίνει κανένα πάρτι να χορέψουμε κολλητά το «House of the rising sun», να βρεθούμε στην Πλατεία Καλλιγά να παίξουμε μπάλα, να κάνουμε χαβαλέ, μέχρι να αρχίσουν να ουρλιάζουν οι γονείς να μας μαζέψουν και να πάμε σε κάποιο σπίτι που έλειπαν οι γονείς να παίξουμε πόκα. Ερωτες, χαρτιά και μπάλα».

Στα 19, όταν αφίσα στα δωμάτια των σινεφίλ αγοριών ήταν η Στεφανία Σαντρέλι, εκείνος ανηφόριζε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές, τις οποίες παράτησε το ’71. «Ενα 30%», μου εξηγεί, «ήταν ότι οι αμερικανοί και οι ευρωπαίοι συνομήλικοί μου είχαν αναπτύξει το κίνημα των drop outs, ότι παρατάω τη σχολή για να γίνω χίπης. Με είχε επηρεάσει αυτό, σκεφτόμουν ότι είναι επαναστατική πράξη να παρατήσεις τη σχολή του συστήματος. Ενας άλλος λόγος ήταν ότι δεν με ενδιέφερε η σχολή». 

Τον ρωτώ για το «14», στην Πέτρου Ράλλη, όπου έχει περάσει μερικά από τα πιο διασκεδαστικά βράδια της ενήλικης ζωής του. «Ηταν ένα υπέροχο σκυλάδικο στο οποίο υπήρχε μια φοβερή παρακμή. Και η απόλυτη απενοχοποίηση. Ηθελες να σηκωθείς, να χορέψεις ζεϊμπέκικο, χόρευες. Δεν ήθελες, καθόσουν μελαγχολικός» θυμάται. Οσο για τον ρόλο που έπαιξε στη ζωή του η φιλία; «Πιο σημαντικό ρόλο έχουν παίξει οι έρωτες παρά η φιλία. Πάντα πιο κοντινός μου άνθρωπος ήταν οι σχέσεις μου». Δύο εξ αυτών μάλιστα – μία που ανήκει στην ιστορία και μία που γράφει τώρα τη δική της – τον ενέπνευσαν για δύο από τα τέσσερα τατουάζ του. Τα άλλα αφορούν τους γιους του, Σπύρο και Γιώργο, και τους τρεις σκύλους της ζωής του, τη Βόλτα, τον Λίο και τη Μέλι.
Για τι θα άξιζε να πεθάνει κανείς

Γεμίζοντας για τελευταία φορά τα ποτήρια, συζητάμε για τι θα άξιζε να πεθάνει κανείς. «Για την ελευθερία, τίποτα άλλο. Αλλά πάντα πιστεύω ότι αν υπάρχουν περιθώρια να διατηρήσεις την ελευθερία σου χωρίς να πεθάνεις, είναι προτιμότερο. Γενικώς, είναι πολύ πιο σημαντικό το να επιβιώσεις». Κι ενώ μου εξηγεί ότι η έμφυτη τάση του να θέλει να αλλάξει τον κόσμο είναι πανάρχαια – «θυμηθείτε τον Καζαντζάκη, τι λέει, εάν δεν σωθεί ο κόσμος εγώ θα φταίω» -, η συνάντησή μας κλείνει με το τραγούδι του Randy Newman «Lonely at the Top» που τον είχε βάλει ο φίλος του, Χρήστος Βακαλόπουλος, να σφυρίζει στην «Ολγα Ρόμπαρντς».

Αποχαιρετιόμαστε κι από τις περίπου 10.000 λέξεις που ανταλλάξαμε, στο μυαλό μου σφηνώνονται οι εξής πέντε: «Ο κόσμος άλλαξε για πάντα». Γύρω τους χορεύουν άλλες δύο: ηθική, αξιοπρέπεια. Κι ενώ ολοκληρώνω την απομαγνητοφώνηση στο σπίτι, ο Ζελένσκι ενημερώνει το αμερικανικό Κογκρέσο ότι «έχει ένα όνειρο» για τη χώρα του, να σώσει τις ζωές των παιδιών που πεθαίνουν από ρωσικούς βομβαρδισμούς. «Εχω κι εγώ ένα όνειρο» σκέφτομαι φωναχτά. «Να έχει μια μέρα η χώρα μου περισσότερα μυαλά σαν το μυαλό του Αντώνη Καφετζόπουλου». Γιατί όπως είπε και ο ίδιος ως Σωτήρης στον «Αδικο Κόσμο», «έχει σημασία, για μένα έχει σημασία».


in.gr
Ετικέτες

Δημοσίευση σχολίου

Τα «NEA PIERIAS» δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενο των αναρτήσεων που μας στέλνουν οι αναγνώστες. Υπεύθυνος για την κάθε ανάρτηση είναι μόνο το άτομο που φαίνεται ως συγγραφέας του άρθρου.
Το ιστολόγιο «NEA PIERIAS» δεν ευθύνεται σε καμία περίπτωση για την εγκυρότητα και ορθότητα των πληροφοριών, κρίσεων, σχολίων που περιέχονται σε αναρτήσεις και μηνύματα αναγνωστών και οι διαχειριστές-συνεργάτες-αρθογράφοι δεν ευθύνονται για το περιεχόμενο άρθρων των οποίων γίνετε αναδημοσίευση από άλλα sites για τα οποία δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ακρίβεια του περιεχόμενό τους καθώς και καμία ευθύνη για μηνύματα που θίγουν πνευματικά δικαιώματα τρίτων ή κατοχυρωμένου υλικού

[blogger][facebook]

Author Name

Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *